Definition
▶
διερεύνηση
dierevnísi
Η διερεύνηση είναι η διαδικασία συλλογής πληροφοριών και στοιχείων για να κατανοηθεί ή να αναλυθεί ένα θέμα ή πρόβλημα.
Die Untersuchung ist der Prozess der Sammlung von Informationen und Daten, um ein Thema oder ein Problem zu verstehen oder zu analysieren.
▶
Η διερεύνηση της υπόθεσης απαιτεί χρόνο και προσοχή.
Die Untersuchung des Falls erfordert Zeit und Aufmerksamkeit.
▶
Η αστυνομία ξεκίνησε μια διερεύνηση για να βρει τον δράστη.
Die Polizei hat eine Untersuchung eingeleitet, um den Täter zu finden.
▶
Η διερεύνηση των αιτίων της κρίσης είναι απαραίτητη για την επίλυση του προβλήματος.
Die Untersuchung der Ursachen der Krise ist notwendig, um das Problem zu lösen.