Definition
▶
πολυπλοκότητα
poliplokótita
Η πολυπλοκότητα αναφέρεται στη δυσκολία κατανόησης ή ανάλυσης ενός συστήματος ή φαινομένου, λόγω των πολλών αλληλεπιδράσεων και στοιχείων που περιλαμβάνει.
Komplexität bezieht sich auf die Schwierigkeit, ein System oder Phänomen zu verstehen oder zu analysieren, aufgrund der vielen Wechselwirkungen und Elemente, die es umfasst.
▶
Η πολυπλοκότητα του κόσμου μας αυξάνεται συνεχώς.
Die Komplexität unserer Welt nimmt ständig zu.
▶
Η επιστήμη της πληροφορικής ασχολείται με την πολυπλοκότητα των αλγορίθμων.
Die Informatik beschäftigt sich mit der Komplexität von Algorithmen.
▶
Η πολυπλοκότητα των κοινωνικών σχέσεων είναι δύσκολο να κατανοηθεί.
Die Komplexität sozialer Beziehungen ist schwer zu verstehen.