Definition
▶
δουλειά
douleiá
Η δουλειά είναι η κατάσταση στην οποία ένα άτομο εργάζεται χωρίς ελευθερία, υπό εξαναγκασμό.
Die Arbeit ist der Zustand, in dem eine Person ohne Freiheit, unter Zwang arbeitet.
▶
Η δουλειά στην αρχαία Ελλάδα συχνά περιλάμβανε την καταναγκαστική εργασία.
Die Arbeit im antiken Griechenland umfasste oft Zwangsarbeit.
▶
Η δουλειά των σκλάβων ήταν σκληρή και χωρίς αμοιβή.
Die Arbeit der Sklaven war hart und unbezahlte.
▶
Η δουλειά ήταν μέρος της κοινωνικής δομής της εποχής.
Die Arbeit war Teil der sozialen Struktur der Zeit.