Definition
▶
προοπτική
prooptikí
Η προοπτική είναι ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε μια κατάσταση ή ένα γεγονός.
Die Perspektive ist die Art und Weise, wie wir eine Situation oder ein Ereignis sehen und wahrnehmen.
▶
Η προοπτική του καλλιτέχνη απεικονίζει την ομορφιά της φύσης.
Die Perspektive des Künstlers zeigt die Schönheit der Natur.
▶
Από την προοπτική της επιστήμης, είναι σημαντικό να ερευνάμε τα φαινόμενα.
Aus der Perspektive der Wissenschaft ist es wichtig, Phänomene zu erforschen.
▶
Η προοπτική που έχουμε για το μέλλον επηρεάζει τις αποφάσεις μας.
Die Perspektive, die wir für die Zukunft haben, beeinflusst unsere Entscheidungen.