Definition
▶
ανοιχτός
anoichtós
Ο όρος 'ανοιχτός' αναφέρεται σε κάτι που είναι χωρίς κλείσιμο ή εμπόδιο, επιτρέποντας την ελεύθερη είσοδο ή έξοδο.
Der Begriff 'offen' bezieht sich auf etwas, das nicht geschlossen oder blockiert ist und freien Zugang oder Ausgang ermöglicht.
▶
Η πόρτα είναι ανοιχτή και μπορούμε να μπούμε.
Die Tür ist offen und wir können hineingehen.
▶
Το παράθυρο είναι ανοιχτό, ο αέρας μπαίνει μέσα.
Das Fenster ist offen, die Luft kommt herein.
▶
Η αγορά είναι ανοιχτή μέχρι τις 8 το βράδυ.
Der Markt ist bis 20 Uhr offen.