Definition
▶
αυθεντικότητα
afthentikotita
Η αυθεντικότητα αναφέρεται στην ποιότητα ή κατάσταση του να είναι κάτι γνήσιο και αληθινό.
Authentizität bezieht sich auf die Qualität oder den Zustand, etwas Echte und Wahre zu sein.
▶
Η αυθεντικότητα αυτού του έργου τέχνης είναι αδιαμφισβήτητη.
Die Authentizität dieses Kunstwerks ist unbestreitbar.
▶
Η αυθεντικότητα των προϊόντων είναι σημαντική για τους καταναλωτές.
Die Authentizität der Produkte ist den Verbrauchern wichtig.
▶
Ο σεφ διασφαλίζει την αυθεντικότητα των παραδοσιακών συνταγών.
Der Koch sichert die Authentizität der traditionellen Rezepte.