Definition
▶
καταλληλότητα
katalilótita
Η καταλληλότητα αναφέρεται στην καταλληλότητα ή την κατάλληλη φύση ενός πράγματος ή μίας κατάστασης για μία συγκεκριμένη χρήση ή σκοπό.
Die Angemessenheit bezieht sich auf die Eignung oder die geeignete Natur einer Sache oder Situation für einen bestimmten Gebrauch oder Zweck.
▶
Η καταλληλότητα αυτού του χώρου για εκδηλώσεις είναι αδιαμφισβήτητη.
Die Angemessenheit dieses Raumes für Veranstaltungen ist unbestreitbar.
▶
Πρέπει να εξετάσουμε την καταλληλότητα των υποψηφίων για αυτή τη θέση.
Wir müssen die Eignung der Kandidaten für diese Position überprüfen.
▶
Η καταλληλότητα του υλικού για την κατασκευή είναι κρίσιμη.
Die Angemessenheit des Materials für den Bau ist entscheidend.