Definition
▶
μεγάλος
megálos
Ο όρος 'μεγάλος' αναφέρεται σε κάτι που έχει μεγάλο μέγεθος ή διάσταση.
Der Begriff 'μεγάλος' bezieht sich auf etwas, das eine große Größe oder Dimension hat.
▶
Αυτό το σπίτι είναι πολύ μεγάλο.
Dieses Haus ist sehr groß.
▶
Έχω έναν μεγάλο σκύλο που αγαπάει να παίζει.
Ich habe einen großen Hund, der gerne spielt.
▶
Η πίτα που έφτιαξα είναι μεγαλύτερη από την προηγούμενη.
Die Torte, die ich gemacht habe, ist größer als die vorherige.