Definition
▶
δραστηριότητα
drastiriótita
Η δραστηριότητα είναι μια ενέργεια ή πράξη που πραγματοποιείται με σκοπό την επίτευξη κάποιου στόχου.
Eine Aktivität ist eine Handlung oder Tätigkeit, die mit dem Ziel durchgeführt wird, ein bestimmtes Ziel zu erreichen.
▶
Η καθημερινή δραστηριότητα των παιδιών περιλαμβάνει παιχνίδι και μάθηση.
Die tägliche Aktivität der Kinder umfasst Spielen und Lernen.
▶
Αυτή η δραστηριότητα απαιτεί συνεργασία από όλους τους συμμετέχοντες.
Diese Aktivität erfordert Zusammenarbeit von allen Teilnehmern.
▶
Η σωματική δραστηριότητα είναι σημαντική για την υγεία μας.
Körperliche Aktivität ist wichtig für unsere Gesundheit.