Definition
▶
ωραία
oraía
Η λέξη 'ωραία' αναφέρεται σε κάτι που είναι ευχάριστο ή όμορφο, προκαλώντας θετικά συναισθήματα.
Das Wort 'ωραία' bezieht sich auf etwas, das angenehm oder schön ist und positive Gefühle hervorruft.
▶
Η νέα ταινία που είδαμε ήταν πολύ ωραία.
Der neue Film, den wir gesehen haben, war sehr schön.
▶
Η ωραία μουσική έκανε την ατμόσφαιρα ακόμα καλύτερη.
Die schöne Musik machte die Atmosphäre noch besser.
▶
Το τοπίο ήταν ωραίο κατά την διάρκεια του ηλιοβασιλέματος.
Die Landschaft war schön während des Sonnenuntergangs.