Definition
▶
περισσότερο
perissótero
Ο όρος 'περισσότερο' αναφέρεται σε μια ποσότητα ή σε ένα επίπεδο που είναι μεγαλύτερο από κάποιο άλλο.
Der Begriff 'mehr' bezieht sich auf eine Menge oder ein Niveau, das größer ist als ein anderes.
▶
Θέλω περισσότερα βιβλία στη βιβλιοθήκη μου.
Ich möchte mehr Bücher in meiner Bibliothek.
▶
Πρέπει να δουλέψω περισσότερες ώρες αυτή την εβδομάδα.
Ich muss diese Woche mehr Stunden arbeiten.
▶
Χρειάζομαι περισσότερη βοήθεια με την εργασία μου.
Ich brauche mehr Hilfe mit meiner Arbeit.