Definition
▶
καιρός
kairós
Ο καιρός είναι η κατάσταση της ατμόσφαιρας σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή και τόπο, περιλαμβάνοντας στοιχεία όπως η θερμοκρασία, η υγρασία και οι άνεμοι.
The weather is the state of the atmosphere at a specific time and place, including elements such as temperature, humidity, and winds.
▶
Ο καιρός σήμερα είναι ηλιόλουστος και ζεστός.
The weather today is sunny and warm.
▶
Πρέπει να ελέγξω τον καιρό πριν βγω από το σπίτι.
I need to check the weather before I leave the house.
▶
Ο κακός καιρός μας ανάγκασε να ακυρώσουμε την εκδρομή.
The bad weather forced us to cancel the trip.