Definition
▶
προτιμώ
Η προτίμηση κάποιου για κάτι άλλο αντί για κάτι άλλο.
The preference of someone for something over something else.
▶
Προτιμώ τον καφέ από το τσάι.
I prefer coffee over tea.
▶
Εκείνη προτιμά να διαβάζει βιβλία παρά να βλέπει τηλεόραση.
She prefers reading books rather than watching television.
▶
Ο Γιάννης προτιμά να πηγαίνει για περπάτημα το πρωί.
Giannis prefers to go for a walk in the morning.