Definition
▶
συναισθηματικός
synaisthimatikos
Ο όρος 'συναισθηματικός' αναφέρεται σε έναν άνθρωπο ή κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ισχυρά συναισθήματα και ευαισθησία.
The term 'emotional' refers to a person or situation characterized by strong feelings and sensitivity.
▶
Η ταινία ήταν τόσο συναισθηματική που όλοι στην αίθουσα έκλαιγαν.
The movie was so emotional that everyone in the theater was crying.
▶
Είναι πολύ συναισθηματικός άνθρωπος και συχνά εκφράζει τα συναισθήματά του.
He is a very emotional person and often expresses his feelings.
▶
Η συναισθηματική αντίδραση της Μαρίνας στην είδηση ήταν αναμενόμενη.
Marina's emotional reaction to the news was expected.