Definition
▶
Δύο
Dyo
Ο αριθμός που ακολουθεί τον ένα και προηγείται από τον τρία.
El número que sigue al uno y precede al tres.
▶
Έχω δύο αδέλφια.
Tengo dos hermanos.
▶
Θα πάμε για δύο καφέδες.
Vamos a tomar dos cafés.
▶
Χρειάζομαι δύο λεπτά για να τελειώσω.
Necesito dos minutos para terminar.