Definition
▶
Μαύρος
Mávros
Η λέξη 'Μαύρος' αναφέρεται σε ένα χρώμα που είναι πολύ σκοτεινό, συνήθως χρησιμοποιούμενο για να περιγράψει κάτι που δεν έχει φως ή έχει πολύ λιγότερο φως.
La palabra 'Negro' se refiere a un color que es muy oscuro, generalmente usado para describir algo que no tiene luz o tiene mucha menos luz.
▶
Ο ουρανός ήταν Μαύρος τη νύχτα.
El cielo estaba Negro por la noche.
▶
Αγόρασα ένα Μαύρο αυτοκίνητο.
Compré un coche Negro.
▶
Η γάτα μου είναι Μαύρη.
Mi gato es Negro.