Definition
▶
τσαγι
tsáyi
Το τσάι είναι ένα ρόφημα που παρασκευάζεται από φύλλα τσαγιού και σερβίρεται ζεστό ή κρύο.
El té es una bebida que se prepara con hojas de té y se sirve caliente o fría.
▶
Το τσάι είναι πολύ δημοφιλές στην Ελλάδα.
El té es muy popular en Grecia.
▶
Πίνω τσάι κάθε πρωί για να ξεκινήσω την ημέρα μου.
Bebo té cada mañana para empezar mi día.
▶
Αγόρασα τσάι από το κατάστημα για το απόγευμα.
Compré té en la tienda para la tarde.