Definition
▶
παπούτσια
papoutsia
Τα παπούτσια είναι υπόδηση που φοριέται στα πόδια, συνήθως για προστασία και άνεση.
Los zapatos son una prenda que se usa en los pies, generalmente para protección y comodidad.
▶
Φόρεσα τα καινούργια μου παπούτσια για την βόλτα.
Me puse mis zapatos nuevos para el paseo.
▶
Τα παπούτσια σου είναι πολύ όμορφα!
¡Tus zapatos son muy bonitos!
▶
Χρειάζομαι να αγοράσω νέα παπούτσια για το γάμο.
Necesito comprar zapatos nuevos para la boda.