Definition
▶
αγοράζω
agorázo
Η λέξη 'αγοράζω' σημαίνει να αποκτώ κάτι με αντάλλαγμα χρήματα.
La palabra 'αγοράζω' significa adquirir algo a cambio de dinero.
▶
Αγόρασα ένα νέο αυτοκίνητο.
Compré un coche nuevo.
▶
Θα αγοράσω φρούτα από το σούπερ μάρκετ.
Voy a comprar frutas en el supermercado.
▶
Αγοράζουμε παιχνίδια για τα παιδιά μας.
Compramos juguetes para nuestros hijos.