Definition
▶
ενίσχυση
eníschysi
Ενίσχυση είναι η διαδικασία ή το αποτέλεσμα της αύξησης της δύναμης ή της ικανότητας κάποιου ή κάτι.
Refuerzo es el proceso o resultado de aumentar la fuerza o la capacidad de alguien o algo.
▶
Η ενίσχυση της ομάδας μας είναι απαραίτητη για να κερδίσουμε τον αγώνα.
El refuerzo de nuestro equipo es necesario para ganar el partido.
▶
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την ενίσχυση των στρατευμάτων στη συγκεκριμένη περιοχή.
El gobierno anunció el refuerzo de las tropas en la zona específica.
▶
Η ενίσχυση της οικονομίας απαιτεί στρατηγικές και συνεργασία.
El refuerzo de la economía requiere estrategias y colaboración.