Definition
▶
συμπέρασμα
symperasma
Το συμπέρασμα είναι το τελικό αποτέλεσμα ή η κρίση που προκύπτει από μια διαδικασία σκέψης ή ανάλυσης.
La conclusión es el resultado final o el juicio que se deriva de un proceso de pensamiento o análisis.
▶
Το συμπέρασμα της έρευνας ήταν ότι οι μαθητές χρειάζονται περισσότερη βοήθεια.
La conclusión de la investigación fue que los estudiantes necesitan más ayuda.
▶
Μετά από πολλές συζητήσεις, φτάσαμε στο τελικό συμπέρασμα.
Después de muchas discusiones, llegamos a la conclusión final.
▶
Το συμπέρασμα της ταινίας ήταν συγκινητικό και μας έκανε να σκεφτούμε.
La conclusión de la película fue conmovedora y nos hizo reflexionar.