Definition
▶
διαχρονικός
diachronikós
Ο όρος 'διαχρονικός' αναφέρεται σε κάτι που είναι διαρκές και δεν υπόκειται σε χρονικούς περιορισμούς ή εξελίξεις.
El término 'diacronico' se refiere a algo que es duradero y no está sujeto a limitaciones o cambios de tiempo.
▶
Η τέχνη του Πικάσο είναι διαχρονική και συνεχίζει να εμπνέει νέες γενιές.
El arte de Picasso es atemporal y continúa inspirando a nuevas generaciones.
▶
Το μήνυμα της ισότητας είναι διαχρονικό και πάντα επίκαιρο.
El mensaje de igualdad es atemporal y siempre relevante.
▶
Οι κλασικοί συγγραφείς μας προσφέρουν διαχρονικές αλήθειες που ισχύουν και σήμερα.
Los escritores clásicos nos ofrecen verdades atemporales que son válidas incluso hoy.