Definition
▶
καρέκλα
Η καρέκλα είναι ένα έπιπλο με τέσσερις πόδια που χρησιμοποιείται για να καθόμαστε.
La silla es un mueble con cuatro patas que se utiliza para sentarse.
▶
Αγόρασα μια καινούργια καρέκλα για το γραφείο μου.
Compré una silla nueva para mi oficina.
▶
Η καρέκλα στην κουζίνα είναι πολύ άνετη.
La silla en la cocina es muy cómoda.
▶
Μπορείς να καθίσεις στην καρέκλα δίπλα στο παράθυρο.
Puedes sentarte en la silla junto a la ventana.