Definition
▶
δημιουργικός
dimiourgikós
Ο δημιουργικός είναι αυτός που έχει την ικανότητα να σκέφτεται και να δημιουργεί νέες ιδέες ή έργα τέχνης.
El creativo es aquel que tiene la capacidad de pensar y de crear nuevas ideas u obras de arte.
▶
Ο Νίκος είναι πολύ δημιουργικός και πάντα έχει πρωτότυπες ιδέες.
Nikos es muy creativo y siempre tiene ideas originales.
▶
Η δημιουργική σκέψη είναι σημαντική σε κάθε τομέα.
El pensamiento creativo es importante en cada campo.
▶
Η τέχνη του Γιάννη είναι ένα παράδειγμα δημιουργικής έκφρασης.
El arte de Giannis es un ejemplo de expresión creativa.