Definition
▶
συγκριτικός
synkritikós
Ο όρος 'συγκριτικός' αναφέρεται σε κάτι που χρησιμοποιείται για τη σύγκριση δύο ή περισσότερων στοιχείων.
El término 'comparativo' se refiere a algo que se utiliza para comparar dos o más elementos.
▶
Ο συγκριτικός βαθμός των επιθέτων χρησιμοποιείται για να δείξει τη διαφορά μεταξύ δύο πραγμάτων.
El grado comparativo de los adjetivos se utiliza para mostrar la diferencia entre dos cosas.
▶
Στο σχολείο μάθαμε πώς να σχηματίζουμε τον συγκριτικό βαθμό.
En la escuela aprendimos cómo formar el grado comparativo.
▶
Ο συγκριτικός πίνακας δείχνει τις διαφορές ανάμεσα στις τιμές των προϊόντων.
La tabla comparativa muestra las diferencias entre los precios de los productos.