Definition
▶
αποφασίζω
apofasízo
Η λέξη 'αποφασίζω' σημαίνει να παίρνω μια απόφαση ή να καθορίζω μια κατεύθυνση.
La palabra 'decidir' significa tomar una decisión o establecer una dirección.
▶
Αποφασίζω να πάω διακοπές το καλοκαίρι.
Decido ir de vacaciones en verano.
▶
Πρέπει να αποφασίσω ποιο πανεπιστήμιο να επιλέξω.
Debo decidir qué universidad elegir.
▶
Η επιτροπή αποφάσισε να προχωρήσει με το σχέδιο.
El comité decidió continuar con el plan.