Definition
▶
θαλασσα
thalassa
Η θάλασσα είναι μια μεγάλη έκταση αλμυρού νερού που καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας της Γης.
El mar es una gran extensión de agua salada que cubre la mayor parte de la superficie de la Tierra.
▶
Το καλοκαίρι πηγαίνουμε στην παραλία και κολυμπάμε στη θάλασσα.
En verano vamos a la playa y nadamos en el mar.
▶
Η θάλασσα είναι ήρεμη σήμερα, ιδανική για ψάρεμα.
El mar está tranquilo hoy, ideal para pescar.
▶
Τα παιδιά παίζουν στην άμμο κοντά στη θάλασσα.
Los niños juegan en la arena cerca del mar.