Definition
▶
εργασία
ergasia
Η εργασία είναι η δραστηριότητα που εκτελείται για την παραγωγή αγαθών ή υπηρεσιών.
El trabajo es la actividad que se realiza para la producción de bienes o servicios.
▶
Η εργασία μου απαιτεί πολλές ώρες καθημερινά.
Mi trabajo requiere muchas horas diarias.
▶
Η εργασία σε ομάδα μπορεί να είναι πιο αποδοτική.
El trabajo en equipo puede ser más eficiente.
▶
Αύριο θα ξεκινήσω μια νέα εργασία.
Mañana empezaré un nuevo trabajo.