Definition
▶
καλύτερος
kalýteros
Ο καλύτερος είναι αυτός που έχει την υψηλότερη ποιότητα ή αξία σε σύγκριση με άλλους.
El mejor es aquel que tiene la más alta calidad o valor en comparación con otros.
▶
Αυτό το βιβλίο είναι το καλύτερο που έχω διαβάσει.
Este libro es el mejor que he leído.
▶
Είναι ο καλύτερος παίκτης στην ομάδα.
Es el mejor jugador del equipo.
▶
Πρέπει να επιλέξουμε τον καλύτερο υποψήφιο για τη θέση.
Debemos elegir al mejor candidato para el puesto.