Definition
▶
αβεβαιότητα
avevaiotita
Η αβεβαιότητα αναφέρεται στην κατάσταση κατά την οποία δεν υπάρχει σαφής γνώση ή προβλεψιμότητα για ένα γεγονός ή μια κατάσταση.
La incertidumbre se refiere al estado en el que no hay un conocimiento claro o previsibilidad sobre un hecho o una situación.
▶
Η αβεβαιότητα για το μέλλον μπορεί να προκαλέσει άγχος.
La incertidumbre sobre el futuro puede causar ansiedad.
▶
Η αβεβαιότητα στην αγορά εργασίας έχει αυξηθεί πρόσφατα.
La incertidumbre en el mercado laboral ha aumentado recientemente.
▶
Πολλοί άνθρωποι νιώθουν αβεβαιότητα κατά τη διάρκεια οικονομικών κρίσεων.
Muchas personas sienten incertidumbre durante las crisis económicas.