Definition
▶
οξύμωρο
oxymoro
Οξύμωρο είναι μια φράση ή ιδέα που περιέχει αντιφατικά στοιχεία, δημιουργώντας μια παράδοξη ή αντιφατική κατάσταση.
Un oxímoron es una frase o idea que contiene elementos contradictorios, creando una situación paradójica o contradictoria.
▶
Η σιωπηλή κραυγή του ποιητή είναι ένα οξύμωρο.
El grito silencioso del poeta es un oxímoron.
▶
Ο όρος 'θερμή ψύχρα' είναι ένα κλασικό παράδειγμα οξύμωρου.
El término 'frío cálido' es un clásico ejemplo de oxímoron.
▶
Η φράση 'ένας ευτυχισμένος θλίψης' είναι ένα οξύμωρο που εκφράζει σύνθετα συναισθήματα.
La frase 'una tristeza feliz' es un oxímoron que expresa emociones complejas.