Definition
▶
αργά
arga
Αργά σημαίνει ότι κάτι συμβαίνει ή γίνεται σε αργή χρονική στιγμή.
Tarde significa que algo ocurre o se realiza en un momento temporal tardío.
▶
Έφτασα αργά στο πάρτι και όλοι είχαν ήδη φύγει.
Llegué tarde a la fiesta y todos ya se habían ido.
▶
Συνήθως πηγαίνω αργά στο γραφείο γιατί μου αρέσει να κοιμάμαι περισσότερο.
Normalmente voy tarde a la oficina porque me gusta dormir más.
▶
Ο δάσκαλος είπε ότι πρέπει να παραδώσουμε τις εργασίες μας αργά την Παρασκευή.
El maestro dijo que debemos entregar nuestros trabajos tarde el viernes.