Definition
▶
παραδοξότητα
paradoxotita
Η παραδοξότητα είναι η κατάσταση ή η ποιότητα του να είναι κάτι παράξενο ή απροσδόκητο.
La paradoja es el estado o la cualidad de que algo sea extraño o inesperado.
▶
Η παραδοξότητα της κατάστασης με άφησε άφωνο.
La paradoja de la situación me dejó sin palabras.
▶
Αυτή η παραδοξότητα στην επιστήμη προκαλεί πολλές συζητήσεις.
Esta paradoja en la ciencia provoca muchas discusiones.
▶
Η παραδοξότητα του κόσμου μας είναι συχνά απροσδόκητη.
La paradoja de nuestro mundo es a menudo inesperada.