Definition
▶
χαοτικός
chaotikos
Ο όρος 'χαοτικός' αναφέρεται σε μια κατάσταση ή κατάσταση που είναι αταξινόμητη, αποδιοργανωμένη ή χωρίς σαφή δομή.
El término 'caótico' se refiere a una situación o estado que es desordenado, desorganizado o sin una estructura clara.
▶
Η αίθουσα ήταν χαοτική μετά το πάρτι.
La sala estaba caótica después de la fiesta.
▶
Ο καιρός σήμερα είναι χαοτικός με συνεχείς αλλαγές.
El clima hoy es caótico con cambios constantes.
▶
Η κατάσταση στην οδό είναι χαοτική λόγω της κυκλοφορίας.
La situación en la calle es caótica debido al tráfico.