Definition
▶
διαλεκτικός
dialektikós
Η λέξη "διαλεκτικός" αναφέρεται σε κάποιον που έχει την ικανότητα να συμμετέχει σε επιχειρηματολογία ή να αναλύει και να διαφωνεί σε συζητήσεις.
La palabra "dialéctico" se refiere a alguien que tiene la capacidad de participar en argumentación o de analizar y disentir en discusiones.
▶
Ο Γιάννης είναι πολύ διαλεκτικός και του αρέσει να συμμετέχει σε συζητήσεις.
Juan es muy argumentativo y le gusta participar en discusiones.
▶
Η διαλεκτική προσέγγιση του δασκάλου βοήθησε τους μαθητές να σκέφτονται κριτικά.
El enfoque dialéctico del profesor ayudó a los estudiantes a pensar críticamente.
▶
Στις διαλέξεις του, ο καθηγητής ήταν πάντα διαλεκτικός και προκάλεσε πολλές αντιδράσεις.
En sus conferencias, el profesor siempre fue argumentativo y provocó muchas reacciones.