Definition
▶
ακτή
aktí
Η ακτή είναι η περιοχή όπου η ξηρά συναντά τη θάλασσα.
La costa es la zona donde la tierra se encuentra con el mar.
▶
Η ακτή είναι γεμάτη από τουρίστες το καλοκαίρι.
La costa está llena de turistas en verano.
▶
Πήγαμε για περπάτημα στην ακτή το πρωί.
Fuimos a caminar por la costa por la mañana.
▶
Η ακτή του νησιού είναι γνωστή για τις όμορφες παραλίες.
La costa de la isla es conocida por sus hermosas playas.