Definition
▶
υποχρέωση
ypochréosi
Η υποχρέωση είναι η υποχρέωση ή το καθήκον που έχει κάποιος να εκπληρώσει κάτι.
La obligación es el deber o compromiso que tiene alguien de cumplir con algo.
▶
Έχω την υποχρέωση να πληρώσω τους λογαριασμούς μου κάθε μήνα.
Tengo la obligación de pagar mis facturas cada mes.
▶
Η υποχρέωση του να φροντίζει τα παιδιά του είναι σημαντική.
La obligación de cuidar a sus hijos es importante.
▶
Πρέπει να τηρήσουμε την υποχρέωση μας απέναντι στην κοινωνία.
Debemos cumplir con nuestra obligación hacia la sociedad.