Definition
▶
αυθόρμητος
afthórmitos
Ο αυθόρμητος είναι αυτός που ενεργεί χωρίς προγραμματισμό ή σκέψη, καταλήγοντας σε πράξεις που συμβαδίζουν με τις φυσικές του επιθυμίες.
El espontáneo es aquel que actúa sin planificación ni reflexión, resultando en acciones que coinciden con sus deseos naturales.
▶
Η αυθόρμητη απόφαση να ταξιδέψουμε στο βουνό μας έφερε κοντά.
La decisión espontánea de viajar a la montaña nos acercó.
▶
Ο αυθόρμητος χορός στη μέση του δρόμου έκανε όλους να χαμογελούν.
El baile espontáneo en medio de la calle hizo sonreír a todos.
▶
Η αυθόρμητη πρόσκληση για δείπνο ήταν η καλύτερη απόφαση της εβδομάδας.
La invitación espontánea a cenar fue la mejor decisión de la semana.