Definition
▶
ματαιότητα
mataiótita
Η ματαιότητα είναι η κατάσταση ή η ποιότητα του να είναι κάποιος μάταιος, χωρίς αξία ή νόημα.
La vanidad es el estado o la calidad de ser vano, sin valor o sentido.
▶
Η ματαιότητα του πλούτου δεν φέρνει ευτυχία.
La vanidad de la riqueza no trae felicidad.
▶
Πολλές φορές η ματαιότητα μας εμποδίζει να δούμε τα αληθινά πράγματα στη ζωή.
Muchas veces la vanidad nos impide ver las verdaderas cosas en la vida.
▶
Η ματαιότητα των κοινωνικών μέσων μπορεί να μας απομακρύνει από την πραγματικότητα.
La vanidad de las redes sociales puede alejarnos de la realidad.