Definition
▶
χρονολογία
chronología
Η χρονολογία είναι η ένδειξη της ημερομηνίας ή του χρόνου ενός γεγονότος.
La cronología es la indicación de la fecha o el tiempo de un evento.
▶
Η χρονολογία της γέννησής μου είναι το 1990.
La fecha de mi nacimiento es 1990.
▶
Η χρονολογία του αγώνα είναι σημαντική για την ιστορία.
La fecha del partido es importante para la historia.
▶
Πρέπει να σημειώσουμε την χρονολογία της συνάντησης.
Debemos anotar la fecha de la reunión.