Definition
▶
καθιστώ
kathistó
Η λέξη "καθιστώ" σημαίνει να δημιουργώ ή να εγκαθιδρύω κάτι.
La palabra "καθιστώ" significa crear o establecer algo.
▶
Καθιστώ ένα νέο κανόνα στη δουλειά.
Establezco una nueva regla en el trabajo.
▶
Ο δάσκαλος καθιστά το μάθημα πιο ενδιαφέρον.
El profesor hace la clase más interesante.
▶
Καθιστώ την οικογένειά μου προτεραιότητα στη ζωή μου.
Hago que mi familia sea una prioridad en mi vida.