Definition
▶
Δεκαπέντε
Dekapente
Ο αριθμός που ακολουθεί το 14 και προηγείται του 16.
Le nombre qui suit 14 et précède 16.
▶
Δεκαπέντε μαθητές παρακολούθησαν το μάθημα.
Quinze élèves ont assisté au cours.
▶
Η μητέρα μου είναι δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη από τον πατέρα μου.
Ma mère a quinze ans de plus que mon père.
▶
Χρειάζομαι δεκαπέντε λεπτά για να φτάσω στο σπίτι.
J'ai besoin de quinze minutes pour arriver chez moi.