Definition
▶
Δεκαέξι
Dekaexi
Ο αριθμός που προκύπτει από την πρόσθεση του δεκαπέντε και του ενός.
Le nombre qui résulte de l'addition de quinze et un.
▶
Στην τάξη μας υπάρχουν δεκαέξι μαθητές.
Il y a seize élèves dans notre classe.
▶
Ο πατέρας μου έγινε δεκαέξι ετών όταν πήρε το δίπλωμά του.
Mon père a eu seize ans quand il a obtenu son permis.
▶
Η ώρα είναι δεκαέξι και μισή.
Il est seize heures et demie.