Definition
▶
Κίτρινος
Kítrinos
Ο όρος 'Κίτρινος' αναφέρεται σε ένα χρώμα που είναι φωτεινό και σχετίζεται με τον ήλιο ή τα λεμόνια.
Le terme 'Jaune' fait référence à une couleur vive qui est associée au soleil ou aux citrons.
▶
Ο τοίχος του δωματίου είναι κίτρινος.
Le mur de la chambre est jaune.
▶
Αγόρασα ένα κίτρινο φόρεμα για τη γιορτή.
J'ai acheté une robe jaune pour la fête.
▶
Τα κίτρινα λουλούδια είναι τα αγαπημένα μου.
Les fleurs jaunes sont mes préférées.