Definition
▶
ταξίδι
taxídі
Το ταξίδι είναι η διαδικασία μετακίνησης από ένα μέρος σε άλλο, συνήθως για αναψυχή ή εξερεύνηση.
Le voyage est le processus de déplacement d'un endroit à un autre, généralement pour le loisir ou l'exploration.
▶
Το ταξίδι μας στην Ιταλία ήταν αξέχαστο.
Notre voyage en Italie était inoubliable.
▶
Προγραμματίζω ένα ταξίδι στο Παρίσι για το καλοκαίρι.
Je planifie un voyage à Paris pour l'été.
▶
Η Αθηνά αγαπά τα ταξίδια και εξερευνά νέες χώρες.
Athina adore les voyages et explore de nouveaux pays.