Definition
▶
θυμός
thymós
Ο θυμός είναι ένα ισχυρό συναίσθημα που εκφράζεται συχνά με επιθετικότητα ή αγανάκτηση.
La colère est une émotion intense qui s'exprime souvent par l'agressivité ou l'indignation.
▶
Ο θυμός του αυξήθηκε όταν άκουσε την αδικία.
Sa colère a augmenté lorsqu'il a entendu l'injustice.
▶
Πρέπει να διαχειριστείς τον θυμό σου με υγιή τρόπο.
Tu dois gérer ta colère de manière saine.
▶
Ο θυμός δεν λύνει τα προβλήματα, αλλά μπορεί να τα επιδεινώσει.
La colère ne résout pas les problèmes, mais peut les aggraver.