Definition
▶
λεωφορείο
leoforeío
Το λεωφορείο είναι ένα μέσο μαζικής μεταφοράς που μεταφέρει επιβάτες από έναν προορισμό σε άλλο.
Le bus est un moyen de transport en commun qui transporte des passagers d'une destination à une autre.
▶
Περιμένω το λεωφορείο για να πάω στη δουλειά μου.
J'attends le bus pour aller à mon travail.
▶
Το λεωφορείο ήταν γεμάτο επιβάτες χτες το βράδυ.
Le bus était plein de passagers hier soir.
▶
Αύριο θα πάρω το λεωφορείο για να επισκεφτώ την οικογένειά μου.
Demain, je prendrai le bus pour rendre visite à ma famille.