Definition
▶
βόλτα
volta
Η βόλτα είναι η χαλαρή κίνηση ή περιήγηση σε εξωτερικό χώρο, συχνά για αναψυχή.
La balade est le mouvement ou la promenade décontractée en extérieur, souvent pour le plaisir.
▶
Αγαπώ να πηγαίνω βόλτα στο πάρκο κάθε Σαββατοκύριακο.
J'adore aller me balader dans le parc chaque week-end.
▶
Μπορούμε να κάνουμε μια βόλτα στην παραλία το απόγευμα.
Nous pouvons faire une balade à la plage cet après-midi.
▶
Η βόλτα με το ποδήλατο είναι μια καλή μορφή άσκησης.
La balade à vélo est une bonne forme d'exercice.