Definition
▶
επαφή
epafi
Η επαφή είναι η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα αντικείμενα ή άτομα έρχονται σε φυσική ή κοινωνική επαφή μεταξύ τους.
Le contact est l'état dans lequel deux ou plusieurs objets ou personnes entrent en contact physique ou social.
▶
Η επαφή με τους πελάτες είναι σημαντική για την επιχείρηση.
Le contact avec les clients est important pour l'entreprise.
▶
Είναι απαραίτητο να διατηρούμε την επαφή με τους φίλους μας.
Il est nécessaire de garder le contact avec nos amis.
▶
Η επαφή με τη φύση βοηθά στην ψυχική μας υγεία.
Le contact avec la nature aide notre santé mentale.