Definition
▶
αυτοπεποίθηση
aftopipeíthesi
Η αυτοπεποίθηση είναι η πίστη στον εαυτό και στις ικανότητές του.
La confiance en soi est la croyance en soi-même et en ses capacités.
▶
Η αυτοπεποίθηση μου με βοήθησε να μιλήσω δημόσια χωρίς φόβο.
Ma confiance en moi m'a aidé à parler en public sans peur.
▶
Ένας άνθρωπος με αυτοπεποίθηση είναι πιο επιτυχής στις σχέσεις του.
Une personne confiante est plus réussie dans ses relations.
▶
Η αυτοπεποίθηση είναι το κλειδί για την επαγγελματική ανάπτυξη.
La confiance en soi est la clé du développement professionnel.